Les Femmes du 6ème Étage (2010)


Ο Philippe Le Guay δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός σκηνοθέτης εκτός Γαλλίας. Με ταινίες κυρίως για εσωτερική κατανάλωση σκηνοθετεί ήδη 20 χρόνια με αρκετή επιτυχία στο Γαλλικό κοινό. Κατά κύριο λόγο οι ταινίες του είναι κωμωδίες αλλά έχει ασχοληθεί και με το δράμα. Το Les Femmes du 6ème Étage (Οι Γυναίκες του Τελευταίου Ορόφου) είναι η τελευταία του κινηματογραφική ταινία που τον έκανε ευρύτερα γνωστό και εκτός της χώρας του. Επίσης πήγε εξαιρετικά εισπρακτικά και συμμετείχε εκτός διαγωνισμού στην Berlinale του 2011.

Η ιστορία εξελίσσεται στο Παρίσι το 1962. Ο Jean-Louis Joubert (Fabrice Luchini) είναι πετυχημένος χρηματιστής και ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας που μένει εκείνος και η γυναίκα του (Sandrine Kiberlain). Στον 6ο και τελευταίο όροφο του κτηρίου μένουν Ισπανίδες μετανάστριες, οι οποίες έχουν έρθει στην Γαλλία για να δουλέψουν ως οικιακοί βοηθοί. Μία μέρα φτάνει στον όροφο η νεαρή Maria (Natalia Verbeke) με σκοπό να βρει και εκείνη δουλειά σε κάποιο σπίτι. Είναι τυχερή μιας και οι Joubert την προσλαμβάνουν αμέσως. Η παρουσία της Maria θα ταράξει την βαρετή και τυπική ζωή του Jean-Luis και θα τον κάνει να αρχίσει να βλέπει διαφορετικά τόσο την ίδια, όσο και τις υπόλοιπες Ισπανίδες φίλες της.

Στην αρχική της κυκλοφορία, η ταινία συνοδεύτηκε από μεγάλη προβολή και υπερβολικό ενδιαφέρον σε μία προσπάθεια να φανεί πως είναι μια έκφραση της νέας Γαλλικής ρομαντικής κωμωδίας. Ουσιαστικά δεν καταφέρνει να είναι. Ο Le Guay στην προσπάθεια του να δώσει μία ρομαντική διάθεση στην κωμωδία του, μεταφέρει την δράση στη δεκαετία του 60. Δυστυχώς όμως αυτή η μεταφορά αντί να προσδώσει μία νοσταλγική νότα στο παρελθόν καταλήγει να είναι μια επίπεδη αντιγραφή της αισθητικής των φαρσών του 60 χωρίς κανένα βάθος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ηρωίδες του τελευταίου ορόφου να παρουσιάζονται ως καρικατούρες που δύσκολα ξεφεύγουν από την μετριότητα. Ακόμα και η παρουσία των αλμοδοβαρικών Carmen Maura και Lola Dueñas δεν σώζει ιδιαίτερα την κατάσταση. Η κουραστική επανάληψη των έντονων clichés, οι προβλέψιμες συμπεριφορές και η απουσία φρεσκάδας, εύκολα καταδικάζουν το αποτέλεσμα. Ακόμα και η λίγο πετυχημένη εικόνα γειτονίας-αυλής που πάει να δημιουργηθεί, δεν πείθει αφού δεν έχει φυσικότητα. Ο Le Guay ήθελε να προσφέρει μια δυνατότητα απόδρασης από το γκρίζο σήμερα σε ένα καλύτερο παρελθόν αλλά στην ουσία εκβιάζει το συναίσθημα σε μία παλιομοδίτικη ταινία.

Το πρωτότυπο σενάριο των Le Guay και Jérôme Tonnerre γίνεται προβλέψιμο ήδη από τα πρώτα λεπτά. Η αναμενόμενη εξιστόρηση, δεν καταφέρνει να κρατήσει έναν καλό ρυθμό, κουράζει, δεν «τρέχει» όσο θα έπρεπε και απλά γεμίζει το χρόνο. Οι σεναριογράφοι, φρόντισαν να συμπεριλάβουν όλες τις τυπικές προκαταλήψεις που χαρακτήριζαν τους πλούσιους Γάλλους αστούς του 60 και αντίστοιχα τους φτωχούς πλην τίμιους Ισπανούς επαρχιώτες. Οι διάλογοι χάνονται στην μετάφραση μεταξύ Γαλλικών και Ισπανικών και είναι εντελώς άνευροι. Το ειρωνικό είναι πως γίνεται μία απόπειρα να δοθεί ένα ψήγμα ελαφρότατου κοινωνικοπολιτικού στοχασμού, αλλά αυτό περιορίζεται σε πρωινές συζητήσεις μεταξύ αυγού και φρυγανιάς. Προφανώς από μία ελαφριά κωμωδία δεν περιμένεις βαθυστόχαστες αναλύσεις αλλά οι κενές αναφορές σε De Gaulle και Franco, ως άλλοθι Γαλλικής πολιτικής κουλτούρας, είναι περιττές. Στα πολιτικά διδάγματα ανήκουν επίσης η γλυκύτητα του Γάλλου καπιταλιστή μετά το άγγιγμα που δέχεται από την Ισπανική κοινοκτημοσύνη όπως και τα μαθήματα χρηματιστηρίου για αρχάριους που προσφέρει ως αντάλλαγμα στα πλαίσια της μεταμόρφωσής του. Απλοϊκές ιδέες που προφανώς είναι εύπεπτες και δεν κουράζουν ή θίγουν κανένα που θέλει να δει την ταινία. Η μουσική του Χιλιανού Jorge Arriagada, μεταξύ άλλων συνεργάτη του Raoul Ruiz, σίγουρα σου μένει και έχει πετύχει ένα ενδιαφέρον blend ακουσμάτων. Δυστυχώς όμως η κατάχρησή της στο τελικό φιλμ, κουράζει και φθίνει την καλή αίσθηση που έχεις αρχικά.

Το Les Femmes du 6ème Étage είναι μία καθαρή feel-good ταινία και δεν ντρέπεται να το δείξει. Με αυτό στο μυαλό και χωρίς καμία επιπλέον απαίτηση από τον θεατή δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο από σχεδόν 2 ώρες ανάλαφρης θέασης χωρίς εκπλήξεις. Αν όμως έχεις απαιτήσεις, το χιλιοπαιγμένο σενάριο του αναγεννημένου μπουρζουά επαναλαμβάνεται, χωρίς καμία φαντασία και ο ρομαντισμός που αναπτύσσεται δεν μένει αξιομνημόνευτος. Στην μοναδική δεύτερη ανάλυση συμπεραίνεις πως η μπουρζουαζία αγαπά την εργατική τάξη, πέραν όμως αυτού του επιδερμικού και ηθικοπλαστικού διδάγματος, δεν καταλήγεις σε κάτι πιο επαναστατικό.

3/10

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s