Jean-Luc Cinéma Godard


Αν θες να προκαλέσεις κρίση πανικού σε έναν cinephile αρκεί να τον ρωτήσεις ποιος είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου. Αυτή η ερώτηση εγείρει τόση συζήτηση και ανάλυση που κανείς δεν θα έχει μία ξεκάθαρη απάντηση. Ακόμα χειρότερο γίνεται αν τολμήσεις να ρωτήσεις ποιος είναι ο αγαπημένος σκηνοθέτης τότε πρέπει να γίνει σύγκριση, αντιπαράθεση τεχνικών, κριτική ταινιών και η συζήτηση θα είναι ατέρμονη. Μιας και ανήκω σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, προφανώς ούτε και εγώ έχω κάποια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Στο μόνο που έχω καταφέρει να καταλήξω όλα αυτά τα χρόνια, είναι πως ο Jean-Luc Godard δεν θα είναι ποτέ ο καλύτερος. Στη συνείδησή μου ο Jean-Luc Godard δεν είναι καν σκηνοθέτης.

Ξεκίνησε ως το αγαπημένο και πιο προβεβλημένο παιδί της Nouvelle Vague, παραμένει ακόμα και στα 80 του παιδί και σίγουρα ιδιότροπο. Σαφώς η δεκαετία του 60 τον ανέδειξε και παράλληλα αναδείχτηκε μαζί του και μια ολόκληρη γενιά σκηνοθετών που άλλαξαν δραματικά και μη αναστρέψιμα των κινηματογράφο όπως τον γνωρίζαμε ως τότε. Κατάφερε μαζί με τους υπόλοιπους στο Cahiers du Cinéma να αποκαταστήσουν τη φήμη του χαμένου Hollywood και του άγνωστου Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Μετέτρεψαν τις ταινίες των ηθοποιών και των παραγωγών σε ταινίες των δημιουργών, που μέχρι τότε ήταν απαξιωμένοι. Το σημαντικότερο έργο τους ήταν το να φέρουν το film noir από τον “υπόνομο” κατευθείαν στις αίθουσες και αργότερα στο σαλόνι μας.

Με αφετηρία το Cahiers du Cinéma και την κριτική ταινιών, ο Godard μετατρέπεται σε ένα film junkie. Καταναλώνει τόνους celluloid και βλέπει τα πάντα, στην αρχή από επαγγελματική διαστροφή και μετά επειδή απλά το θέλει. Είναι στην ουσία ένας από εμάς που θεωρούμε πως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο δύο ευχάριστες ώρες αλλά το πάθος μας και η εξάρτησή μας. Είναι εραστής του κινηματογράφου και τον προσεγγίζει με κάθε πιθανό τρόπο. Πέτυχε να ξεφύγει από την στείρα παρακολούθηση και τον γραπτό λόγο και έφτασε να κρατάει τις σημειώσεις του μέσω ταινιών. Γιατί στην ουσία ο Godard ποτέ δεν έκανε κινηματογράφο, απλά τον χρησιμοποίησε ως προσωπικό του ημερολόγιο. Άλλωστε όταν κάποιος σε απασχολεί πάνω από 50 χρόνια με το έργο του, αναπόφευκτα μαθαίνεις σχεδόν τα πάντα για τον ίδιο, πόσο μάλλον όταν ο ίδιος δεν κρύβει κάτι.

Στα φιλμ του ο JLG δεν αρνήθηκε ποτέ τα πάθη του. Έρωτες, πολιτικές ανησυχίες, αναπάντητα ερωτήματα, απόψεις, εκθέσεις ιδεών, όλα τα μοιράζεται με όποιον θέλει να τον ακολουθήσει. Στο έργο του δεν φοβήθηκε ποτέ να ανατρέψει τις προηγούμενες απόψεις του, και το έκανε χωρίς να αποποιηθεί όσα πίστευε λίγα χρόνια πριν. Απλά μουτζουρώνει την προηγούμενη σελίδα και προχωρά στην επόμενη, χωρίς περιττές ερμηνείες. Ο κινηματογράφος του μοιάζει με τα σενάρια του, πάντα φαινομενικά αυτοσχέδιος αλλά ταυτόχρονα τόσο αυστηρά οργανωμένος στο μυαλό του, σαν τις σκόρπιες σκέψεις του. Λίγοι θεατές μπορούν ή έχουν όρεξη να ακολουθήσουν τον ρυθμό του και τις ατέλειωτες εμμονές του.

Αυτές οι ατέλειωτες εμμονές του είναι και ο βασικότερος λόγος για να γυρίζει ταινίες. Αναμφίβολα η σχέση του με την Anna Karina ήταν το μεγαλύτερο θέμα του και σημάδεψε απόλυτα την πρώτη του περίοδο. Μέσα από την ειλικρίνεια του, ο Godard δεν μας κρύβει τίποτα για την Karina. Την ερωτεύεται στο Le Petit Soldat, παντρεύονται με το Une Femme Est Une Femme, μαλώνουν πριν το Le Mépris, την κατηγορεί για απιστία στο Une Femme Mariée και με πρόφαση το Pierrot le Fou σχεδόν ξαναγυρίζει το À Bout de Souffle απλά για να πρωταγωνιστήσει εκείνη. Όλη η καριέρα του περιστρέφεται γύρω από αυτήν και δεν είναι τυχαίο πως αλλάζει άρδην μετά τον χωρισμό τους.

Με αφορμή τον πόλεμο του Βιετνάμ και τα γεγονότα του Μάη του 68 ο Godard πάλι αποκτά ένα νέο πάθος που θέλει να το μοιραστεί με όλους, την πολιτική. Είναι σίγουρα γοητευτικό να παρακολουθείς έναν τυπικό αστό και αναγνώστη της Le Figaro να μετατρέπεται σε μαρξιστή επαναστάτη με την Libération παραμάσχαλα. Ξεκινά τις “κακές παρέες” με τον Jean-Pierre Gorin και ιδρύουν το γκρουπ Dziga Vertov. Αυτή τη φορά μας διδάσκει πως πρέπει να γυρίζονται τα πολιτικά φιλμς. Ο Godard καταφέρνει να μετατρέψει την χαώδη σκέψη του σε ταινία και να κάνει μια άκρως πολιτικοποιημένη συζήτηση που δεν αφήνει κανέναν εκτός. Δεν μένει όμως ποτέ αποκομμένος από την πραγματικότητα και δεν περιορίζεται μόνο στην νέα του ιδεολογία. Την ίδια στιγμή προπαγανδίζει τις ιδέες του Μάο στο La Chinoise, στηλιτεύει τον πόλεμο στο Le Vent d’Est και συνεργάζεται με τους Rolling Stones στο One Plus One. Παράλληλα δίνει μαθήματα στο πως κινηματογραφείς μία έκθεση ιδεών εφαρμόζοντας πειραματικές μεθόδους. Ιδέες, κείμενα, εικόνες, ποίηση, βιβλία, όλα μαζί, όλα σε ένα πλάνο.

Αφήνοντας πίσω του την πολιτική, υιοθετεί νέες τεχνικές στον τρόπο κινηματογράφησης. Με τη βοήθεια της μετέπειτα γυναίκας του Anne-Marie Miéville προχωρά από νωρίς στο βίντεο και στις πιο σύγχρονες μεθόδους εγκαταλείποντας για λίγο το celluloid. O Godard δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι μπροστά στις εξελίξεις του κινηματογράφου, από το 1960 και τα jump cuts μέχρι το 2012 και το 3D. Θέλει να τα δοκιμάσει όλα, θέλει να “πάρει τη δόση του” από όποιο μέσο υπάρχει. Όλες οι μέθοδοι είναι αποδεκτές για εκείνον και ποτέ του δεν σνόμπαρε τα ψηφιακά μέσα ή οτιδήποτε ξεφεύγει από την ιερή παράδοση. Αντίθετα με άλλους συνομήλικους του, που παρέμειναν μονολιθικοί και αγκιστρωμένοι στο παρελθόν ο Godard ποτέ δεν έπαψε να είναι ανήσυχος. Καμία του ταινία δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αναχρονιστική ή εκτός της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο κινηματογράφος εξελίσσεται παράλληλα με εκείνον και ο ίδιος όταν δεν μπορεί να δημιουργήσει τις νέες τάσεις, φροντίζει πάντα να τις ακολουθήσει.

Παρά την θεωρητική απομόνωσή του ο Godard δεν σταματά ποτέ να παρακολουθεί ό,τι συμβαίνει σήμερα στον κινηματογράφο. Βλέπει ασταμάτητα ταινίες, αν και μπορεί να φύγει στη μέση μιας προβολής σε περίπτωση που βαρεθεί, ενημερώνεται και παραμένει το ίδιο junkie όπως είχε ξεκινήσει. Σε μία ακόμα πιο αιρετική προσέγγιση, ο Godard δεν είναι καν καλλιτέχνης. Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους δημιουργούς που χρησιμοποίησαν τον κινηματογράφο ως ακόμα μια έκφανση του ταλέντου και της τέχνης τους, εκείνος έμεινε πιστός και στρατευμένος μόνο σε αυτόν. Ο Godard δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς τον κινηματογράφο. Ζει και αναπνέει κινηματογραφικά.

Αν και σε πρώτη ανάγνωση το κείμενο δείχνει να είναι απλά ακόμα ένα αφιέρωμα στον Jean-Luc Godard στην ουσία είναι μια ιδανική ερμηνεία του πως θα έπρεπε να είναι για όλους μας ο κινηματογράφος. Η γοητεία του πραγματικού όταν περιπλέκεται με το φανταστικό και η απόλαυση να προσπαθείς να ερμηνεύσεις γραπτώς όλα όσα είδες. Η ελευθερία που σου δίνει ένα μέσο που δεν έχει φραγμούς και η ανάγκη να ανακαλύπτεις ασταμάτητα νέες προκλήσεις. Ο ήχος της μηχανής προβολής αλλά και η ευκολία του pause για να απολαύσεις ένα καρέ. Η φαντασία των χρωμάτων πάνω στο ασπρόμαυρο. Η ζωή σου να αποτελεί μέρος του κινηματογράφου αλλά και να επηρεάζεται η ίδια από αυτόν. Η ειλικρινής πίστη σου σε ιδέες και συναισθήματα χωρίς περιορισμούς… Άλλωστε ο κινηματογράφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από 24 φορές η αλήθεια το δευτερόλεπτο.

Ο Jean-Luc Godard δεν είναι μεγάλος σκηνοθέτης, δεν είναι καλλιτέχνης, δεν είναι κριτικός, είναι ένας από εμάς, είναι ο κινηματογράφος.

Πρώτη δημοσίευση στο Cine7

Advertisements

One response to “Jean-Luc Cinéma Godard

  1. Pingback: Sauve Qui Peut (La Vie) (1980) | 24 fois la vérité par seconde·

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s