Scarface (1932)


Οι συγκυρίες των αρχών της δεκαετίας του 1930, αύξηση εγκληματικότητας, οικονομική κρίση, ποτοαπαγόρευση, δημιούργησαν ένα ιδανικό σκηνικό για την πρώτη εμφάνιση των ταινιών gangster. Το είδος στηρίχτηκε αρχικά στο Little Ceasar (1931) του Mervyn LeRoy και στο The Public Enemy (1931) του William A. Wellman. Η ταινία όμως που όρισε το είδος και έθεσε αρκετούς από τους κανόνες που ακολουθήθηκαν ακόμα και πολλές δεκαετίες αργότερα ήταν το Scarface (Ο Σημαδεμένος) των Howard Hawks και Richard Rosson του 1932. Εκτός από βασική πηγή για το ομώνυμο remake του Brian De Palma, που έγινε 50 χρόνια αργότερα, το Scarface ήταν και ένα από τα πρώτα “θαμμένα” blockbusters του Hollywood, αφού μετά την αρχική του κυκλοφορία, σχεδόν αποσύρθηκε και επανεμφανίστηκε στα τέλη του 1970.

Η ταινία διαδραματίζεται στο Σικάγο των αρχών του 1930. Ο Tony Camonte (Paul Muni) γνωστός και ως Scarface, από ένα Χ στο πρόσωπό του, είναι ένας νεαρός Ιταλοαμερικανός gangster με υψηλές φιλοδοξίες. Στόχος του είναι να ελέγξει την διακίνηση μπύρας σε όλα τα μπαρ του νότιου τμήματος της πόλης. Για αυτό τον λόγο εξοντώνει το αφεντικό του και συμπράττει με τον νέο αρχηγό της περιοχής, Johnny Lovo (Osgood Perkins). Ο Tony δεν θα μείνει ικανοποιημένος αν δεν καταφέρει να φτάσει και στο βόρειο τμήμα που ελέγχεται από τους Ιρλανδούς του O’Hara. Ο ίδιος ζει με την μητέρα του και την μικρή του αδερφή Cesca (Ann Dvorak). Η στάση του Tony θα αλλάξει όταν γνωρίσει την ερωμένη του νέου αρχηγού, την Poppy (Karen Morley).

Το Scarface ήταν από τις πρώτες ταινίες που είχε κατηγορηθεί πως εξυμνεί την βία και αυτό είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ακριβές. Ο Hawks που είναι και ο βασικός σκηνοθέτης καταφέρνει να εκμεταλλευθεί όλες τις εναπομείνασες ελευθερίες του Hollywood πριν τον Κώδικα Ηθικής, και έτσι παραδίδει μία από τις πιο αιματηρές ταινίες της εποχής. Προφανώς με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει ξεπερασμένο αλλά αποτέλεσε ιδανικό σημείο αναφοράς σε όσες ταινίες ακολούθησαν στην θεματολογία. Η ταινία είναι πνιγμένη στους πυροβολισμούς, περίπου 30 φόνοι εκτελούνται με μία φυσική συνέπεια αλλά χωρίς να βλέπουμε αίμα στην οθόνη και υπάρχει μία μόνιμη αίσθηση φόβου. Η αισθητική ωραιοποίηση που θα φέρει αργότερα το Film Noir ακόμα δεν είναι παρούσα, έτσι οι εικόνες είναι βρώμικα ωμές, δεν εξιδανικεύουν τις καταστάσεις και παρά την μεγάλη δόση υπερβολής τους προσπαθούν να μείνουν κοντά στην άγρια πραγματικότητα. Ο ρυθμός επίσης είναι πολύ γρήγορος, ακολουθώντας μία περισσότερο δημοσιογραφική ροή, τα ξεκαθαρίσματα γίνονται με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς μνημειώδεις διαλόγους. Δεν υπάρχουν υπονοούμενα όλα παρουσιάζονται ευθέως στον θεατή αυξάνοντας έτσι και τον βαθμό απόλαυσης ή αποστροφής. Η σκηνή του φινάλε θεωρείται από τις πλέον σκληρές και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Ο Paul Muni χτίζει πάνω στον ρόλο του Tony έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους κακούς της κλασσικής περιόδου. Μπορεί ερμηνευτικά να υστερεί των άλλων αστέρων αλλά τους ακολουθεί πιστά και ο χαρακτήρας του εμπεριέχει όλα τα γνωστά cliché του αδίστακτου, άκαρδου και οργισμένου (αντι)ήρωα που όμως θα παρασυρθεί από δύο γυναίκες. Η έντονη σεξουαλική έλξη για την ερωμένη Poppy αλλά και η στα όρια αιμομικτική αγάπη του για την αδερφή του Cesca θα τον οδηγήσουν σε αναπόφευκτα λάθη. Οι ηρωίδες μπορεί να μην προκαλούν άμεσα με τις πράξεις τους, όμως η προκλητική εμφάνιση κυρίως της Karen Morley αλλά και σε μικρότερο βαθμό της Ann Dvorak θα θέσει τα βασικά στοιχεία σε αυτό που θα μετεξελιχθεί αργότερα σε femme fatale. Αν και στον τίτλο προστέθηκε και η επεξήγηση The Shame of the Nation (Η Ντροπή του Έθνους) η ταινία πρακτικά δεν καταδικάζει τη βία. Το Scarface φαντάζει περισσότερο ως ένα ανάγλυφο πορτραίτο της ανόδου και της πτώσης ενός μεγάλου gangster παρά ταινία κατάκρισης. Είναι μία καθαρή ταινία δράσης.

Το σενάριο είναι μια διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Armitage Trail στο οποίο έμμεσα παρουσίαζε την πορεία προς την κορυφή του Al Capone, που άλλωστε είχε και το ίδιο προσωνύμιο, Σημαδεμένος. Η παραγωγή ανήκει στον Hawks αλλά και στον γνωστό για τις ταινίες με μεγάλο budget, παραγωγό Howard Hughes. Σε αντίθεση με τις gangster ταινίες που προηγήθηκαν, το Scarface αντιμετώπισε πιο έντονες αντιδράσεις από τις επιτροπές λογοκρισίας ορισμένων πολιτειών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναβληθεί η πρεμιέρα της ταινίας, να προστεθεί η επεξήγηση στον τίτλο και στην αρχή μία σειρά προπαγανδιστικών καρτών που εξηγούσαν τα αρνητικά της βίας και τον ρόλο της πολιτείας, των πολιτικών και των πολιτών στην καταπολέμησή της. Για να ικανοποιήσει την επιτροπή της Νέας Υόρκης ο Hughes αναγκάστηκε να γυρίσει ένα διαφορετικό φινάλε που ήταν σαφώς πιο κοντά στην ηθική αν και τελικά και αυτό απορρίφθηκε. Η ταινία τελικά βγήκε σε περιορισμένη διανομή και σε όσες πολιτείες δεν είχαν λογοκρισία.

Έχουν περάσει 80 χρόνια από την εποχή του Scarface αλλά πάντα θα είναι το αρχετυπικό σημείο αναφοράς για όλες τις ταινίες που θέλουν να ασχοληθούν με το πρώτο κύμα της Μαφίας και του οργανωμένου εγκλήματος. Σαφώς δείχνει ακατέργαστο και λιγότερο εντυπωσιακό σε σύγκριση με τα μετέπειτα έργα του Howard Hawks αλλά και του είδους γενικότερα. Μέσα όμως στην διαταραγμένη απλοϊκότητα της εποχής ξεχωρίζει και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους και παραμένει και σήμερα φρέσκο. Άλλωστε η κεντρική φράση θα παρέμενε ακόμα η ίδια, “The World is Yours”.

9/10

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s