Nuit #1 (2011)


Η Anne Émond ανήκει στη νεότερη γενιά σκηνοθετών από το Κεμπέκ τα έργα των οποίων τα τελευταία χρόνια έχουν ιδιαίτερη απήχηση στα διεθνή φεστιβάλ. Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, Nuit #1 (Νύχτα #1) η Émond κατάφερε να κερδίσει το ενδιαφέρον του κοινού όπου και αν προβλήθηκε. Έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2011 και εκεί της απονεμήθηκε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης. Παράλληλα βραβεύτηκε και στα Genie Awards, την ετήσια απονομή της Καναδικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Η ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι πιο απλή. Η Clara (Catherine de Léan) και ο Nikolaï (Dimitri Storoge), και οι δύο κοντά στα 30, συναντιούνται τυχαία σε ένα club και καταλήγουν για ένα one-night stand στο σπίτι του Nikolaï. Μετά το σεξ η Clara αποφασίζει να φύγει κρυφά χωρίς καν να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος όμως την αντιλαμβάνεται και με αφορμή την αποτυχημένη φυγή της, ξεκινά ένας διάλογος μεταξύ τους που δεν θα αφήσει τίποτα κρυφό.

Η ταινία αρχίζει αρκετά δυναμικά, καθώς από τα πρώτα λεπτά παρακολουθούμε χωρίς περικοπές το σεξ. Τίποτα δεν υπονοείται, τίποτα δεν κρύβεται. Οι πρώτες σκηνές φαντάζουν προκλητικές και ίσως έντονες, αλλά στην ουσία δεν είναι. Η Émond δείχνει ήδη από την πρώτη της δουλειά πως δεν φοβάται να είναι φυσική και δεν αυτολογοκρίνεται. Θέλει η ταινία της να είναι πραγματική. Οι ήρωες της επίσης είναι πραγματικοί και σύγχρονοι, είναι άνθρωποι της γενιάς της και μοιράζονται τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια προβλήματα. Η Clara είναι δασκάλα και απογοητευμένη με όλα, δεν βρίσκει ικανοποίηση στη ζωή της και για να διώξει αυτή την καταπίεση προτιμά να είναι απελευθερωμένη σεξουαλικά. Ο Nikolaï κατάγεται μεν από την Ουκρανία αλλά δεν νιώθει πως έχει σχέση ούτε με την πατρίδα του ούτε με τον Καναδά, άνεργος, έχει εγκαταλείψει τις σπουδές στην Καλών Τεχνών, φυτοζωεί σε ένα άδειο σπίτι χωρίς να ελπίζει για κάτι. Παρά την απαισιοδοξία της ταινίας, ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί εύκολα με αυτό που βλέπει. Δεν είναι κάτι ξένο, τουναντίον είναι καταστάσεις που μπορεί να έχει ήδη βιώσει. Η Émond, που είναι επίσης η σεναριογράφος, με τη χρήση έντονου διαλόγου και κυρίως μονολόγων φέρνει στην επιφάνεια όλα όσα σκέφτονται οι ήρωες της. Ανθρώπινες σχέσεις, έρωτας, δουλειά, σεξ, όνειρα, ελπίδες, μοναξιά, όλα εμφανίζονται και όλα απαιτούν μια λύση.

Αν η έναρξη φαίνεται, οπτικά, προκλητική η συνέχεια είναι σαφώς πιο έντονη και δύσκολη. Η Clara και ο Nikolaï στην αρχή ξεγυμνώνονται μόνο σωματικά και αυτό φαίνεται ωμό, αλλά το πραγματικό ξεγύμνωμα είναι αυτό που έρχεται μετά. Είναι σίγουρα πιο εύκολο να απαλλαγείς από τους επίκτητους ηθικούς φραγμούς σου από το να αποδεχθείς και να παρουσιάσεις τον αληθινό σου εαυτό σε κάποιον άλλο. Είναι ακόμη πιο δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, να μεταφέρεις στον άλλον τις σκέψεις σου. Το σώμα είναι σε διάσταση από το μυαλό και από εσένα. Άνθρωποι που πλέον δεν μπορούν να γεμίσουν τα ουσιαστικά και υπαρκτά κενά τους, καταφεύγουν στην κάλυψη των φυσικών αναγκών τους, έστω και με μηχανικό τρόπο, ώστε αυτή να λειτουργήσει ως πλασέμπο σε όσα τους ενοχλούν. Η Clara και ο Nikolaï παλεύουν στον ίδιο βαθμό με την μοναχικότητα τους. Ψάχνουν και οι δύο για μία διέξοδο και κάποιον ή κάτι για να πιαστούν ώστε να ζήσουν εκείνη την ιδεατή ζωή που πείστηκαν πως τους αξίζει.

Αν και η ταινία πνίγεται στον διάλογο, η Émond δεν είναι καθόλου φλύαρη σκηνοθετικά. Αποφεύγει οτιδήποτε περιττό που θα αποσπούσε τον θεατή από το κεντρικό της θέμα και εστιάζεται αποκλειστικά στους ήρωες της. Άλλωστε είναι σχεδόν οι μόνοι που εμφανίζονται σε όλη την ταινία. Στο τεχνικό κομμάτι, παρά την συνήθη σημερινή τακτική του widescreen, επιλέγει να “παλιώσει” την εικόνα της επιστρέφοντας στο πιο τετραγωνισμένο κάδρο. Αν και έγχρωμη, δείχνει ξεπλυμένη και ψυχρή. Η αίσθηση της ατονίας κυριαρχεί παντού και αφήνει μια ιδέα αποσάθρωσης. Η σκηνοθέτις μεταφέρει όλη τη δράση σε ένα ασφυκτικό αλλά ταυτόχρονα απογυμνωμένο διαμέρισμα που λείπουν ακόμα και τα απαραίτητα. Μέχρι και τα χρώματα που επιλέγονται για να ντυθεί το διαμέρισμα βγάζουν μια απελπισία και εντείνουν αρνητικά τα όσα συζητούνται. Το παράδοξο είναι πως ενώ φαινομενικά ο χώρος που κινείται η σκηνοθεσία δείχνει περιορισμένος ταυτόχρονα σου δίνεται η αίσθηση του βάθους ακόμα και όταν το πλάνο εστιάζεται μόνο στο πρόσωπο.

Η Émond δείχνει πως έχει μελετήσει καλά τις επιρροές της και δεν φοβάται να τις δείξει. Αντίθετα μάλιστα χρησιμοποιεί, ίσως και απροκάλυπτα, στοιχεία από άλλους εντάσσοντας τα όμως στην θεματική της και χωρίς να κάνει κενή επίδειξη των γνώσεών της. Έτσι η ταινία θα μπορούσε να είναι ένα αμάλγαμα της φυσικής έντασης του πρώιμου John Cassavetes, συνδυασμένο με την φρενήρη και αντίστοιχα σύγχρονη ρητορική του Jean Eustache, απαλλαγμένο βέβαια από την πολιτική και εστιασμένο με θεατρική αυστηρότητα στην προσωπική σχέση των δύο ηρώων έχοντας νότες από Ingmar Bergman. Στην ουσία είναι μία ταινία που θα έπρεπε να έχει γυριστεί στην δεκαετία του 60 αλλά μιλάει για το σήμερα, για το τώρα.

Το Nuit #1 είναι τυπικά μία δραματική ρομαντική ταινία αλλά όχι βασισμένη στα λανθασμένα συνήθη πρότυπα. Ξεκινά με ένα one-night stand και δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει τις καταστάσεις, δεν προσδίδεται μία πλασματική ευτυχία, δεν είναι μια feelgood εμπειρία. Είναι μάλλον η αποδόμηση όλων αυτών. Μπορεί να δείχνει σκληρή και απαισιόδοξη ταινία αλλά είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα που είναι λογικό να τρομάζει.

8/10

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s