Tôkyô Sensô Sengo Hiwa (1970)


Ο Nagisa Oshima παραμένει ένας από τους γνωστότερους εκπροσώπους του Ιαπωνικού Νέου Κύματος (Nuberu Bagu). Με ιδιαίτερα έντονη κινηματογραφική παρουσία στη δεκαετία του 1960, μετέφερε τις πολιτικές του πεποιθήσεις και στις ταινίες του. Άλλωστε οι ριζικές αλλαγές που ήρθαν στην Ιαπωνική κοινωνία την ίδια περίοδο δεν μπορούσαν να τον αφήσουν ανεπηρέαστο. Στα τέλη των 60s οι πολιτικές απόψεις σε εθνικό επίπεδο και ο τρόπος έκφρασής τους είχαν διαφοροποιηθεί κατά πολύ από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας. Αυτή η δραματική αλλαγή επηρέασε ανεπανόρθωτα και τους πολιτικοποιημένους δημιουργούς του Νέου Κύματος, το οποίο έδειχνε πως πλησίαζε ουσιαστικά στο τέλος του. Το 1970 ο Oshima αποφάσισε να καταγράψει αυτές τις δύο αλλαγές στην ταινία του Tôkyô Sensô Sengo Hiwa (Secret Story of the Post ‘Tokyo War’ Period) που έγινε διεθνώς γνωστή με τον τίτλο The Man Who Left His Will on Film (Ο Άνδρας που Άφησε την Διαθήκη του σε Φιλμ).

Η ταινία ξεκινά με μερικές σκηνές από κάμερα στο χέρι σε ένα κεντρικό δρόμο στο Τόκιο. Ένας νεαρός φοιτητής, ο Motoki (Kazuo Goto) φαίνεται πως κυνηγά τον κάμεραμαν. Μετά από λίγο ο δεύτερος βρίσκεται στην οροφή ενός κτηρίου και κρατώντας ακόμα την κάμερα, αυτοκτονεί πέφτοντας στο κενό. Αργότερα αποκαλύπτεται πως οι δύο νέοι είναι μέλη μίας φοιτητικής Μαρξιστικής κολεκτίβας και η κάμερα ανήκει στην ομάδα. Αν και κανείς από την ομάδα δεν θυμάται την ύπαρξη του νεαρού, ο Motoki προσπαθεί να τους πείσει πως όσα έζησε ήταν αληθινά. Η μόνη που θα τον ακολουθήσει είναι η Yasuko (Emiko Iwasaki), η υποτιθέμενη φίλη του αυτόχειρα που επίσης πείθεται από τον Motoki πως ο αγαπημένος της είχε καταγράψει τη διαθήκη του στο φιλμ της κάμερας.

Η περίοδος που επιλέγει να γυρίσει την ταινία του ο Oshima είχε χαρακτηριστεί από σφοδρές και συχνές διαμάχες μεταξύ αστυνομίας και ομάδων φοιτητών. Οι διαμαρτυρόμενοι οργάνωναν συγκεντρώσεις για να αντιταχθούν στις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης του Eisaku Sato. Ένα από τα κύρια αιτήματα των διαδηλώσεων ήταν η απομάκρυνση των Αμερικανών από την κατεχόμενη επαρχία της Okinawa. Για αυτό τον λόγο ήταν συχνές οι οργανωμένες διαμαρτυρίες στο Τόκιο. Ο Oshima καταγράφει ένα μέρος αυτών των διαδηλώσεων που έγιναν το φθινόπωρο του 1969 και το χρησιμοποιεί στην ταινία. Ο ίδιος ένιωθε αποξενωμένος από αυτή την τακτική αφού τα κινήματα που επικρατούσαν εκείνη την εποχή ήταν αρκετά διαφορετικά από αυτά στα οποία συμμετείχε ο ίδιος στις προηγούμενες δεκαετίες. Οι μεθοδολογίες των νέων ακτιβιστών ήταν λιγότερο δραστικές και περισσότερο θεωρητικές ενώ και ιδεολογικά είχαν απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές κομμουνιστικές ιδέες και πλησίαζαν περισσότερο στα ριζοσπαστικά αριστερά κινήματα της Γαλλίας και των ΗΠΑ.

Αν και ο Oshima αντιλαμβάνεται το χάσμα γενεών με τους νέους επαναστάτες, θέλει να κάνει μία απόπειρα να τους προσεγγίσει. Αυτό βέβαια που επιτυγχάνει πιο αποτελεσματικά είναι να επικοινωνήσει κυρίως με τους συναδέλφους του που οι περισσότεροι άλλωστε είναι συνομήλικοί του. Προσπαθεί, χρησιμοποιώντας την νεότερη γενιά και την ιδεολογία της, να δώσει μία ακριβή ετυμολογία στο τι είναι ένα φιλμ. Μέσα από το πρίσμα των Μαρξιστικών αναλύσεων και θεωριών γίνονται προσπάθειες να προσδιοριστεί ο ρόλος του κινηματογράφου τόσο ως τέχνη γενικότερα αλλά και ως πολιτικό εργαλείο στις επαναστατικές επιχειρήσεις τους. Οι διαφωνίες είναι σαφώς αναπόφευκτες μίας και αυτά τα ερωτήματα παραμένουν κατά κύριο λόγο αναπάντητα. Με αυτές τις θεωρητικές αναζητήσεις ο Oshima δηλώνει με έναν τρόπο το τέλος του κινηματογράφου, του Νέου Κύματος, της πολιτικής και του ακτιβισμού, τουλάχιστον όπως ο ίδιος τα είχε γνωρίσει.

Ο κάμεραμαν, που στοιχειώνει την ταινία, είναι ίσως ο βασικός λόγος που η ταινία παίρνει έναν πιο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Ο μοναδικός άνθρωπος που κινηματογραφεί στην ταινία σκοτώνεται. Φαίνεται έτσι πως ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον εαυτό του στην θέση του αυτόχειρα, δείχνοντας πως πλέον έχει πεθάνει τόσο η ανάγκη όσο και ο λόγος της ύπαρξης του κινηματογράφου. Αν τελικά υπάρχει κάτι χειρότερο από τον δικό του φυσικό θάνατο θα μπορούσε ίσως να είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς του. Το υλικό στο οποίο όλοι αναφέρονται πως είναι η διαθήκη του, και συμπερασματικά το σημαντικότερο έργο που θα μπορούσε να αφήσει, είναι στην ουσία μία σειρά κενών τοπίων. Οι αλλεπάλληλες συζητήσεις και αναλύσεις που ακολουθούν προσπαθούν να πλησιάσουν το βαθύτερο νόημα των πλάνων που αποτύπωσε ο κάμεραμαν, αλλά φαίνεται πως είναι αδύνατον να δοθεί μία ουσιαστική εξήγηση. Σε μία πιο απαισιόδοξη προσέγγιση ο Oshima θέλει απλά να επισημάνει πως πλέον όλα τα πλάνα είναι νεκρά, πως δεν μπορούν να προκαλέσουν κανέναν ούτε ηθικά ούτε πολιτικά. Καταφέρνει να δημιουργήσει την απαιτούμενη πρόκληση μόνο όταν χρησιμοποιεί το γυμνό σώμα της Yasuko για να προβάλλει πάνω του το φιλμ. Στην ουσία ο κινηματογράφος έχει γίνει άκακος, αδιάφορος, κενός και πλέον δεν μπορεί να αποτελέσει κίνητρο καμίας αλλαγής ούτε να είναι πια εργαλείο πίεσης. Σύμφωνα με την αρχική υπόθεση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης αυτός που αφήνει εν τέλει την κενή περιεχομένου διαθήκη του σε ένα φιλμ.

Οι επιρροές του Nouvelle Roman είναι εμφανέστατες στην αφήγηση του Oshima. Φαινομενικά δεν υπάρχει καμία συνοχή στην εξιστόρηση και όλα τα ορατά κομμάτια της ιστορίας μοιάζουν σαν να είναι θραύσματα μίας άλλης, της όποιας αγνοούμε την συνέχειά της. Υπάρχουν θεωρητικά δύο βασικοί ήρωες, Motoki και Yasuko, οι οποίοι όμως δεν έχουν καμία προσωπικότητα, είναι διάφανοι και απλά ακολουθούν τις εξελίξεις. Ο σκηνοθέτης έχει την απαίτηση οι ήρωες του να λύσουν ένα παζλ χωρίς όμως να έχουν στην διάθεση τους όλα τα κομμάτια του. Αναπόφευκτα οι ήρωες του θα πρέπει να κατασκευάσουν οι ίδιοι τα χαμένα κομμάτια, αλλά βασίζονται στην ατελή και ελλειπή μνήμη τους που τους οδηγεί σε κυκλικά επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Η εμμονή στην επανάληψη ειδικά με σκηνές που παρακολουθούμε από την αρχή ως και το τέλος εντείνουν την αίσθηση πως υπάρχουν κάποια ανεξερεύνητα κενά μνήμης. Ακόμα και χωρίς να αποκαλυφθεί η ανατροπή του τέλους η εξιστόρηση δείχνει να ανακυκλώνεται και να επανέρχεται με μικρές διαφοροποιήσεις. Ίσως αποτελώντας ακόμα ένα δείγμα αυτοκριτικής στον κινηματογράφο και στην πασιφανή έλλειψη ιδεών.

Στο ρέκβιεμ που επιφύλασσε ο Oshima στο Νέο Κύμα, αποπειράται να καλύψει τα πάντα. Από τα ενοχλητικά αφηγηματικά κενά και τις πολιτικές αλλαγές μέχρι τα πραγματικά προβλήματα της τέχνης και την αποξένωση που νιώθει ο ίδιος μέσα σε αυτή. Είναι μία άκρως προσωπική ταινία που δημιουργεί πολλές απορίες αλλά ως μοναδική απάντηση δίνει τον θάνατο. Το Tôkyô Sensô Sengo Hiwa είναι λιγότερο ποιητικό και εντυπωσιακό οπτικά, από τα προηγούμενα έργα του και έχει ψήγματα πειραματισμού αλλά δείχνει να μην καταφέρνει να τα φτάσει στα επίπεδα των προσδοκιών που δημιουργεί. Μπορεί βέβαια η αίσθηση του κενού που τελικά αφήνει να είναι απλά ακόμα ένας τρόπος για να αποτυπώσει ο Oshima την δυσαρέσκεια του αλλά και την αντίθεση του για όλα όσα συμβαίνουν.

8/10

English Version

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s