Volchok (2009)


Ο Vassily Sigarev ανήκει στην νεώτερη γενιά Ρώσων σκηνοθετών και είναι βασικός εκπρόσωπος του Νέου Ρώσικου Δράματος. Όπως και αρκετοί από τους υπόλοιπους σκηνοθέτες του ρεύματος, ο Sigarev είναι καταξιωμένος θεατρικός σκηνοθέτης και συγγραφέας. Με παρουσία ήδη δέκα ετών στο χώρο του θεάτρου, τα έργα του Sigarev έχουν ανέβει τόσο στη Ρωσία όσο και διεθνώς με ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Το πιο γνωστό του έργο και ντεμπούτο του είναι η “Πλαστελίνη”, που έγραψε στα 23 του. Πρόσφατα και το “Μαύρο Γάλα” ανέβηκε στο Broadway.

Γεννημένος και μεγαλωμένος κοντά στο βιομηχανικό κέντρο του Εκατερίνεμπουργκ της κεντρικής Ρωσίας, ανήκει στην γενιά που έζησε την βίαιη και απότομη καπιταλιστική αλλαγή. Ο Sigarev είναι αυτοδίδακτος συγγραφέας και η θεματολογία του μπορεί να χαρακτηριστεί underground. Άλλωστε και ο ίδιος έζησε για ένα μέρος της ζωής του τον υπόκοσμο καθώς, μεταξύ άλλων, δούλευε ως οδηγός ιερόδουλων. Το 2009 ασχολείται για πρώτη φορά με την κρυφή μεγάλη του αγάπη τον κινηματογράφο και γυρίζει το Волчок (Volchok / Wolfy / Λυκάκι). Η ταινία κερδίζει το μεγάλο βραβείο στο φεστιβάλ Kinotavr και διαγωνίζεται στο Karlovy Vary όπου της απονέμεται η Ειδική Μνεία της διεθνούς κριτικής.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μία μικρή πόλη χωρίς όνομα κάπου στα Ουράλια. Βασική ηρωίδα ένα μικρό κορίτσι (Polina Pluchek) η οποία μεγαλώνει με την γιαγιά της χωρίς να έχει ποτέ γνωρίσει την μητέρα της αφού εκείνη συνελήφθη την ημέρα που την γέννησε για ένα έγκλημα πάθους. Η μητέρα (Yana Troianova) αποφυλακίζεται μετά από επτά χρόνια και τότε για πρώτη φορά η κόρη της καταφέρνει να την δει. Η σχέση που αναπτύσσεται όμως μεταξύ τους είναι καταστροφική. Η μητέρα δεν ενδιαφέρεται για την κόρη της και συνεχίζει την ελεύθερων ηθών ζωή της με πολλούς εραστές, ποτά και συνεχείς απουσίες. Το κορίτσι παρά τις προσπάθειες να την πλησιάσει και να την αγαπήσει εισπράττει μόνο απόρριψη, εξευτελισμό και εγκατάλειψη από την μητέρα της.

Το Volchok είναι ένα σκληρό δυνατό δράμα που με την ωμή του εξιστόρηση γίνεται τόσο ρεαλιστικό που είναι αδύνατον να μην συγκλονίσει τον θεατή. Ο Sigarev εξέδωσε για πρώτη φορά το σενάριο το 2006 στο περιοδικό Ural και τον επόμενο χρόνο ανέβηκε θεατρικά. Πηγή έμπνευσης ήταν οι προσωπικές εμπειρίες της πρωταγωνίστριας και συζύγου του σκηνοθέτη, Yana Troianova. Η ίδια είχε παίξει και στη θεατρική μεταφορά και το σενάριο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία μιας και περιγράφει την σχέση της με την μητέρα της. Ο τίτλος προέρχεται από ένα λογοπαίγνιο. Στα ρώσικα, volchok σημαίνει λυκάκι αλλά και σβούρα. Μία μικρή σβούρα είναι το δώρο που κάνει η μητέρα στην κόρη της την στιγμή που την βλέπει για πρώτη φορά. Ένα δώρο που το κορίτσι προσέχει με ιδιαίτερη αγάπη. Αργότερα η μητέρα εξηγεί στο κορίτσι πως η σβούρα είναι συμβολική και πως δεν την γέννησε αλλά την βρήκε σε ένα νεκροταφείο. Σύμφωνα με την ιστορία της, η μικρή υποτίθεται πως το σώμα της ήταν καλυμμένο με γούνα σαν να ήταν λυκάκι που αποφάσισε τελικά να το κρατήσει.

Είναι μια βίαιη συναισθηματικά ταινία, μια συνεχόμενη μάχη μεταξύ αγάπης και μη-αγάπης γιατί η απόρριψη είναι σαφώς χειρότερη από το μίσος. Η μητέρα είναι ανίκανη να δεθεί συναισθηματικά με οποιονδήποτε και κυρίως με την κόρη της. Πάντα ζει την ευκαιριακή ζωή της ακολουθώντας τα επίπλαστα πάθη της και συνεχώς αποφεύγει τις ουσιαστικές δεσμεύσεις. Δεν μπορεί να βρει την αγάπη στους έρωτές της με άντρες και γυναίκες και μεταφέρει αυτή της την αποτυχία στους μόνους που την ανέχονται. Ειδικά με την κόρη η συμπεριφορά της γίνεται τόσο ακραία και αυστηρή που φτάνει σε σημείο σαδισμού, κυρίως τις στιγμές που η μικρή της δείχνει την αδυναμία της. Η κόρη ζει την απόλυτη εγκατάλειψη από τη στιγμή της γέννησης της αλλά ακόμα πιο ισχυρά όταν η μητέρα επιστρέφει. Εκεί η απουσία της γίνεται εμφατικά προκλητική. Θύμα των συνεχόμενων απορρίψεων η ίδια, οδηγείται σε συναισθηματικό ευνουχισμό αφού συνεχώς πρέπει να καταπιέζει την φυσική έλξη που έχει προς την μητέρα της. Η απομόνωση που δέχεται η μικρή την οδηγεί σε αναπόφευκτες πράξεις βίας. Τα υποκατάστατα αγάπης που η μητέρα της της χαρίζει ώστε να την αποφύγει, θα καταστραφούν. Η φαντασία θα αποτελέσει την μόνη της διέξοδο και μία ψευδαίσθηση ιδεατής ζωής που δημιουργεί για να επιβιώσει.

Το εγχείρημα του Sigarev είναι αρκετά ριψοκίνδυνο καθώς καταφέρνει να προσθέσει δράση και να κάνει οπτικά ελκυστική μια ιστορία που βασίζεται αφηγηματικά στον μονόλογο. Το μεγαλύτερο μέρος της εξιστόρησης γίνεται μέσα από σκέψεις και αναμνήσεις του κοριτσιού που ποτέ δεν εκφράζει στην πραγματικότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως η ηρωίδα ανταλλάσσει ελάχιστες ουσιαστικές κουβέντες με τους υπόλοιπους μιας και κανένας δεν θέλει να την ακούσει. Η έλλειψη πραγματικού διαλόγου μετατρέπει τα πάντα σε εσωστρέφεια. Ιδιαίτερα τα αισθήματά της που η μητέρα της δεν της επιτρέπει να εκφράσει. Επίσης ο σκηνοθέτης προσθέτει κάτι ιδιαίτερο σε αυτή την τεχνική. Η φωνή του κοριτσιού στους εσωτερικούς μονολόγους είναι της ίδιας της Troianova. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να παρουσιάσει πως στην ουσία μητέρα και κόρη είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι απλά οι δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας γυναίκας που βρίσκονται σε αντιδιαστολή και εμπεριέχουν τόσο τις ανάγκες της ελευθερίας όσο και της υποταγής.

Σύμφωνα με τους Ρώσους κριτικούς, που ακολουθούν μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση στην καλλιτεχνική ανάλυση, στα έργα τους ο ρόλος της μητέρας χρησιμοποιείται αλληγορικά για την ίδια την Μητέρα Ρωσία. Είναι αρκετά συνήθης αυτός ο συμβολισμός που ακόμα και σήμερα δεν έχει σβήσει κινηματογραφικά, απλά ανανεώνεται δημιουργικά. Κάτω από αυτό το πρίσμα η σχέση της μητέρας και της κόρης είναι ίδια με την σύγχρονη Ρωσία και τους κατοίκους της. Η χώρα που με αφορμή την νεόκοπα αποκτημένη ελευθερία της αποφάσισε να εγκαταλείψει τα παιδιά της στο έλεος τους παρά την εκπεφρασμένη αγάπη τους προς εκείνη. Είναι η ίδια χώρα που όταν κατέληξε κατεστραμμένη και τοξική για όποιον την πλησιάζει είχε μόνο τους εγκλωβισμένους πολίτες της να νοιαστούν και να μείνουν δίπλα της για να την φροντίζουν. Αυτή η έντονα ψυχοφθόρα σχέση είναι που αναπτύχθηκε ιδιαιτέρως από την εξαθλιωμένη, όπως αποδείχτηκε, πρώτη μετά σοβιετική γενιά στην οποία ανήκει και ο Sigarev.

Η βία βρίσκεται παντού, το συναισθηματικό κενό, η σκληρή ωμή πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία διέξοδος από αυτή. Ακόμα και το σπίτι του δράματος δείχνει τόσο απελπιστικά ρημαγμένο. Ο Sigarev δεν θα ωραιοποιήσει ποτέ τα πράγματα και δεν δίνει σε καμία στιγμή την ψεύτικη επιφανειακή αισιοδοξία που θα μπορούσε να προσφέρει ένα τυπικό μελόδραμα. Είναι τόσο στυγνά ρεαλιστικός που δεν χρησιμοποιεί ούτε καν μουσική σε ολόκληρη την ταινία. Αν και θεωρητικά έχει όλα τα στοιχεία που θα εκβίαζαν το δάκρυ και την συμπάθεια του θεατή, ωστόσο δεν τα εκμεταλλεύεται και ούτε οδηγείται σε μία προβλέψιμη έκβαση. Δεν δίνονται περιθώρια για κλασσικά κινηματογραφικά happy ends. Αντιθέτως λειτουργεί υποδόρια, σα να θέλει να τοποθετήσει μια βραδυφλεγή βόμβα η οποία μπορεί να εκραγεί μέσα σου πολύ αργότερα από τη στιγμή που θα αφήσεις την ταινία. Άλλωστε η ένταση που υπάρχει κατά την διάρκεια του δράματος ίσως μπλοκάρει την άμεση σύνδεση με τις ηρωίδες, πρέπει πρώτα να υπάρξει μία αποδέσμευση από αυτή ώστε να αγγίξεις τον εσωτερισμό τους.

Για αυτή την τόσο απαισιόδοξη ματιά του, ο Sigarev έχει “κατηγορηθεί” πως σε όλα του τα έργα έχει εμμονή με την chernukha. Ο όρος chernukha θα μπορούσε να μεταφραστεί ελεύθερα ως μαυρίλα και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1980. Χαρακτηρίζει έργα που παρουσιάζουν μια μαύρη κατάσταση, με κατεστραμμένους ήρωες συναισθηματικά και οικονομικά, συνήθως σε κλειστοφοβικές και βρόμικες πόλεις και δίνει με έμφαση στην κατάχρηση ποτών και ουσιών, έντονη βία και σεξουαλικότητα. Γενικά μια ακραία καταγραφή της περιόδου των αλλαγών στην Ρωσία που χαρακτήρισε ιδιαίτερα τον κινηματογράφο των αρχών των ’90. Για αυτόν τον λόγο και η εικόνα του Volchok παραμένει πιστή στην chernukha. Αν και ο Aleksei Arsentyev χρησιμοποιεί έντονα χρώματα στη φωτογραφία του όλα παρουσιάζονται τόσο άτονα που δείχνουν σχεδόν άχρωμα. Με αυτό τον τρόπο αφήνει μία “ξεπλυμένη” αίσθηση στα χρώματα του, σαν να είναι νεκρά και αυτά.

Σε ένα τόσο ξεκάθαρο δράμα χαρακτήρων οι ερμηνείες από τις Pluchek και Troianova είναι ιδιαίτερα ξεχωριστές. Η μικρή στον πρώτο της ρόλο πετυχαίνει να ξεχωρίσει με την τόσο πειστική και φυσική έκφραση της κόρης που ποτέ δεν χαμογελά και έχει πάντα μία μελαγχολική σκοτεινιά στο βλέμμα της. Η Troianova παρά την ακρότητα του ρόλου της είναι πάντα εντυπωσιακή όντας ελκυστικά απωθητική και δείχνει πως έχει μελετήσει καλά τους γυναικείους ρόλους στην ρώσικη δραματουργία. Η ερμηνεία της εξάλλου βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ Kinotavr.

Το Volchok σου δίνει την αίσθηση πως παρακολουθείς μία πρώιμη και ωμή εκδοχή του Höstsonaten του Ingmar Bergman. Η μεγαλοαστική Σουηδική οικογένεια έχει αντικατασταθεί με τα σκουπίδια που άφησε πίσω της η Σοβιετική Ένωση. Με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ο Sigarev εντυπωσιάζει όσους δεν γνώριζαν την ήδη πετυχημένη του πορεία στο θέατρο. Επιτυγχάνει να γυρίσει μία από τις καλύτερες Ρώσικες ταινίες των τελευταίων χρόνων και προκαλεί το ενδιαφέρον για τα επόμενα βήματά του. Για την αυστηρότητα του δράματός του ο ίδιος δηλώνει: “Στη Ρωσία το δράμα είναι περισσότερο εγκεφαλικό. Εκεί τα αισθήματα είναι πιο ωμά. Και γενικά μιλώντας είμαστε διαφορετικοί. Είμαστε πιο σκληροί. Το μελόδραμα δεν είναι το είδος μας.”

10/10

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s