Snowtown (2011)


Στις 20 Μάιου 1999, η αστυνομία εντόπισε ανθρωπινά μέλη μέσα σε 8 βαρέλια στο κτήριο μιας πρώην τράπεζας στο Snowtown της Νότιας Αυστραλίας. Δύο ακόμα πτώματα βρεθήκαν αργότερα θαμμένα στην πίσω αυλή ενός σπιτιού σε ένα προάστιο κοντά στην Αδελαΐδα. Στις 21 Μάιου έγιναν συλλήψεις. Ο John Bunting κρίθηκε ένοχος για όλους τους φόνους και μαζί του καταδικάστηκαν και οι συνεργοί του Jamie Vlassakis, Robert Wagner και Mark Haydon. Η ιστορία έγινε γνωστή ως οι Φόνοι του Snowtown και είναι το θέμα της πρώτης ταινίας του Justin Kurzel. Η προβολή της στη Διεθνή Εβδομάδα Κριτικών στις Κάννες το 2011 χαρακτηρίστηκε από τις μαζικές αποχωρήσεις του κοινού, αλλά στο τέλος της απονεμήθει Ειδική Μνεία από την FIPRESCI.

Το Snowtown ασχολείται με την οικογένεια της Elizabeth Harvey (Louise Harris), που ζει με τους γιους της σε ένα απομονωμένο προάστιο κοντά στην Αδελαΐδα. Όταν τα παιδιά πέφτουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από τον γείτονά τους η τοπική κοινωνία συνταράσσεται. Με αφορμή το γεγονός αυτό, εμφανίζεται και μπαίνει ξαφνικά στη ζωή της οικογένειας ο John (Daniel Henshall), που έχει ως στόχο να εκδικηθεί τον παιδεραστή γείτονα. Παράλληλα ο John, με τη συμμετοχή και άλλων κατοίκων, προσπαθεί να οργανώσει ομάδες επαγρύπνησης που θα προστατεύσουν τις οικογένειες τους από παιδεραστές, ομοφυλόφιλους ή άλλα ανήθικα στοιχεία. Αυτή η ιδέα των ομάδων θα αποτελέσει εφαλτήριο για την μετέπειτα εγκληματική του δράση. Ο 16χρονος γιός της Elizabeth, Jamie (Lucas Pittaway), που έχει βιασθεί από τον ετεροθαλή αδερφό του, θα πεισθεί από τον John και θα συμμετάσχει ενεργά στην ομάδα του.

Η υπόθεση του Snowtown, αν μη τη άλλο είναι σκληρή αλλά και πρόσφατη στη μνήμη των Αυστραλών. Για έναν σεναριογράφο είναι πάντα προκλητικό να ασχολείται με θέματα βασισμένα στην πραγματικότητα, παρόλο που αυτό εμπεριέχει κινδύνους. Το άκρως ρεαλιστικό σενάριο του Shaun Grant βασίστηκε σε αληθινές δηλώσεις και μαρτυρίες, αλλά δεν μένει στην στυγνή εξιστόρηση των φόνων. Επικεντρώνει την αφηγηματική του πάνω στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον John και τον Jamie, καθώς και τη διαφορετικότητα της οπτικής του καθενός για τα εγκλήματα τους. Ο Jamie βρίσκεται σε αναζήτηση πατρικής φιγούρας ενώ ο John βλέπει τον Jamie ως διάδοχό του, έτσι εύκολα δημιουργείται μια σχέση πατέρα γιού. Αυτό το δέσιμο, που επισφραγίζεται με ένα ακροδεξιό τελετουργικό, εντείνεται στο κλειστοφοβικό και αποκομμένο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Η σταυροφορία για τον εξαγνισμό των απίστων, σύντομα μετατρέπεται σε κυνήγι μαγισσών, για να καταλήξει σε διασκέδαση και σαδιστική ανάγκη. Η σχέση τους στηρίζεται στην εξάρτηση, στον απολυταρχικό έλεγχο και στην επιβολή. Η άρνηση δεν είναι επιλογή, ενώ όποιος αποπειραθεί να σπάσει την omertà, δεν μένει ατιμώρητος. Τα θύματα πρέπει να εξευτελιστούν και να βασανιστούν, ώσπου ο John αποφασίσει πως αξίζουν να πεθάνουν. Αυτό θα γίνει αφού πρώτα ζητήσουν συγχώρεση για τις αμαρτίες τους από τον ίδιο. Οι ερμηνείες των Henshall και Pittaway είναι πειστικές και προήλθαν μετά από αρκετές συγκρούσεις με τον σκηνοθέτη, για τον Pittaway άλλωστε αυτός είναι ο πρώτος του ρόλος.

Η απεικόνιση ενός serial killer, από σκηνοθετικής άποψης, δεν έχει πολλές εναλλακτικές αλλά ο Kurzel προτιμά να χρησιμοποιήσει μία διαφορετική μέθοδο από τις συνήθεις. Παραμένει αποστασιοποιημένος, χωρίς όμως να παρατηρεί τα γεγονότα τόσο ψυχρά όσο ένα ντοκιμαντέρ. Δίνει στοιχεία της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, χωρίς όμως να κρίνει ή να ερμηνεύει τις πράξεις τους. Ευτυχώς αποφεύγει την ηθικοπλαστική ματιά, που θα μπορούσε να πατρονάρει τον θεατή συναισθηματικά. Αντίθετα επιλέγει μία κυνική κινηματογράφηση, που είναι τόσο επιβλητική και προκλητική για παρακολούθηση. Ο Kurzel προτιμά να μη δείξει τους περισσότερους φόνους, και έτσι ο θεατής βρίσκεται συνεχώς στην αναμονή μιας έκρηξης ή αλλαγής, που όμως ποτέ δεν έρχονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει αποδέσμευση από αυτή την εικόνα, ούτε να προσφέρεται ένα κάποιο είδος κάθαρσης. Η απόκρυψη των πράξεων και η εμφάνιση μόνο των αποτελεσμάτων τους, χειραγωγούν τον θεατή αφού νιώθει την ανάγκη να δημιουργήσει τις χαμένες αυτές εικόνες στο μυαλό του. Η τεχνική αυτή όμως, είναι hit or miss. Απώτερος στόχος της είναι, να σε αναγκάσει να μπεις στην ψυχολογία των δολοφόνων και έτσι να νιώσεις μέρος της υφέρπουσας αιμοσταγούς ατμόσφαιρας. Είναι βέβαια μεγάλος ο κίνδυνος της αποτυχίας, ειδικά αν περιμένοντας μια εντονότερη σκηνή στο μέλλον, δεν αφεθείς να βιώσεις αυτό που σου δίδεται στο παρόν.

Υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα με την σκηνοθεσία του Kurzel. Απαιτεί ένα αυστηρά προσηλωμένο και πολύ πρόθυμο κοινό. Πολλές λεπτομέρειες στην εξέλιξη της ταινίας σκόπιμα παραλείπονται. Υπάρχουν ασάφειες και ζητείται από το θεατή να συνδυάσει τα στοιχεία για να καταλήξει στο σωστό συμπέρασμα. Άλλες πληροφορίες απλά υπονοούνται, κάτι που δεν βοηθάει στην ομαλή αφήγηση. Πάλι καλείται ο θεατής να επεξηγήσει αυτές τις υποδείξεις και να καταλάβει τι γίνεται. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Kurzel έχει δηλώσει, πως θα παρέλειπε ακόμα περισσότερες σκηνές αν μπορούσε, έτσι ώστε να πιέσει ακόμα περισσότερο το κοινό του να ζήσει μέσα στην ταινία του. Θεωρητικά αυτό είναι μια καλή ιδέα, στην πράξη όμως ζητάει πολλά ακόμα και από ένα παιδευμένο κοινό. Ταυτόχρονα δεν δείχνει ικανός να διαχειριστεί πλήρως αυτή του την ιδέα. Ο Kurzel δεν είναι υπερόπτης, ούτε το Snowtown είναι απλά μια άσκηση ύφους, δείχνει να είναι περισσότερο τελειομανής και πως έχει πέσει θύμα του υπέρμετρου ενθουσιασμού του. Είναι θεμιτό να απαιτείς όλη η προσοχή να είναι στραμμένη στο έργο σου αλλά όταν δεν έχεις την εμπειρία να το πετύχεις ρισκάρεις με το να προκαλέσεις σύγχυση.

Μπορεί η απόπειρα του Kurzel να δείξει όλο του το ταλέντο στο Snowtown να μην δικαιώνεται όπως θα ήθελε. Πρέπει να αναγνωριστεί όμως, πως είναι η πρώτη του σκηνοθεσία, συμμετείχε στο σενάριο με τον σχεδόν πρωτάρη Shaun Grant και συνεργάστηκε με ηθοποιούς που είχαν μικρή ή και καθόλου εμπειρία. Αν προσθέσουμε την αρρωστημένα υπνωτική ατμόσφαιρα που αποδίδεται εξαιρετικά από τη φωτογραφία του Adam Arkapaw (Animal Kingdom) και την περιορισμένης χρήσης μουσική, που έχει συνθέσει ο αδερφός του σκηνοθέτη Jed, έχουμε μια αξιόλογη ταινία. Ο σκληρός ρεαλισμός του Justin Kurzel μαζί με την αφοσίωσή του στον κινηματογράφο σίγουρα αποτελούν εχέγγυα για το μέλλον.

6/10

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s