Beli, Beli Svet (2010)


Ο σύγχρονος Σέρβικος κινηματογράφος παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, έχοντας πλέον αμβλύνει τα τραύματα του πολέμου, προσπαθεί να μείνει μακριά από την εσωστρέφεια και τις ταινίες μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Μια νέα γενιά δημιουργών τον επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο, με παρουσία και διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ. Ο Oleg Novkovic είναι ένας σκηνοθέτης, που έχει δείξει στο παρελθόν τις ικανότητες του, με τις ταινίες Normalni Ljudi (Normal People) και Sutra Ujutru (Αύριο το Πρωί), και καταφέρνει πάλι να παρουσιάσει κάτι ιδιαίτερο. Η τελευταία του ταινία, Beli, Beli Svet (Άσπρος, Άσπρος Κόσμος – Η Όπερα του Μεταλλωρύχου) είναι ένα δραματικό μιούζικαλ, το οποίο βρίσκεται τόσο μακριά από την αισθητική των Γιουγκοσλαβικών μουσικών ταινιών, αλλά ταυτόχρονα και τόσο κοντά στην παράδοση και την ιστορία τους.

Η ταινία εξελίσσεται στην πόλη Μπορ της νοτιοανατολικής Σερβίας, μία περιοχή με μακρά παράδοση στην μεταλλουργία, βασικός ήρωας ο Kralj – Βασιλιάς (Uliks Fehmiu), πρώην πυγμάχος και ιδιοκτήτης του ομώνυμου μπαρ. Ο Kralj πριν από χρόνια είχε μια σχέση με την Ruzica (Jasna Djuric) η οποία πριν από 7 χρόνια σκότωσε τον άντρα της και προπονητή του Kralj, και φυλακίστηκε. Λίγες μέρες πριν την αποφυλάκιση της Ruzica, ο Kralj γνωρίζει ένα βράδυ στο μπαρ του την 18χρονη κόρη της, την Rosa (Hana Selimovic) και μετά από μερικά ποτά καταλήγουν γρήγορα στο κρεβάτι.

Το Beli, Beli Svet αποτελεί ένα κατ εξοχήν κλειστό δράμα χαρακτήρων, χαμηλόφωνο, με “θεατρική” ακρίβεια και ο Novkovic δουλεύει σαν μεγάλος δραματουργός ώστε να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα. Το σενάριο το υπογράφει η φίλη του και ποιήτρια Milena Markovic, και έχει χαρακτηριστεί ως μια σύγχρονη τραγωδία που ακολουθεί τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Αν και αυτό ακούγεται cliché, είναι ακριβές. Οι ήρωες είναι κατεστραμμένοι ήδη και οι επιλογές τους απλά επιδεινώνουν την ήδη άθλια κατάσταση τους. Όλα γύρω τους πεθαίνουν, η πόλη τους, οι άνθρωποι που γνωρίζουν, ακόμα και οι νέες σχέσεις τους είναι θνησιγενείς, νομοτελειακά δεν έχουν καμία ελπίδα. Είναι ένας φαύλος κύκλος αυτοκαταστροφής που κανείς δεν γλυτώνει, μικρά και μεγάλα εγκλήματα διαπράττονται με ψυχρή ακρίβεια. Δεν υπάρχει κανένα σημείο αναφοράς και στήριξης και έτσι η αναμενόμενη πτώση θα είναι δραματική και θεαματική, ιδιαίτερα όταν είσαι ένας Βασιλιάς. Όλοι οι ήρωες ενώ βρίσκονται, εν γνώσει τους, ακριβώς ένα βήμα πριν από το Knock Out, δεν το αποφεύγουν, αλλά κατά βάθος το επιδιώκουν γιατί θα τους λυτρώσει από την μίζερη ύπαρξη τους.

Αν και θεωρητικά είναι ένα δραματικό μιούζικαλ, το Beli, Beli Svet στην ουσία είναι ένα ρέκβιεμ, όλοι τραγουδούν αλλά κανείς δεν χορεύει. Δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει μιούζικαλ, καμία χορογραφία, λιτή και αργή μουσική, μινιμαλιστική απεικόνιση και στίχοι που ορισμένες φορές είναι πένθιμοι. Ο Novkovic χρησιμοποιεί τα τραγούδια και την έκφραση μέσω της μουσικής, για να αποδώσει τους εσωτερικούς μονόλογους των ηρώων του. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η τραγικότητά τους, κάτι που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί το ίδιο αποτελεσματικά σε πεζό λόγο. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζουν φυσικά οι συνθέσεις του Boris Kovac. Η μουσική του Kovac είναι ένα fusion βαλκανικού μοιρολογιού με μία δυτικότροπη ενορχήστρωση που κινείται ανάμεσα στο τάνγκο και στην ορχηστρική μουσική, χωρίς όμως να χάνει την ταυτότητά της.

Η κινηματογράφηση είναι άκρως ρεαλιστική και υπηρετεί τη φυσικότητα του σύγχρονου ανεξάρτητου κινηματογράφου. Κλασσικά χαρακτηριστικά, όπως η χρήση της κάμερας στο χέρι, ο φυσικός φωτισμός και τα έντονα close ups, δίνουν την ακριβή αίσθηση ενός δράματος δωματίου, χωρίς τίποτα περιττό. Αν συνδυάσουμε την τεχνική και τη θεματική της, η ταινία θα μπορούσε να είναι ένα Σέρβικο Festen. Επειδή όμως είναι μιούζικαλ, τότε, κάπως έτσι θα έπρεπε να έχει γυριστεί το Dancer in the Dark, αν ο Lars von Trier παρέμενε πιστός στις αρχές του Δόγματος. Η επιλογή της πόλης του Μπορ δεν έγινε τυχαία, άλλωστε ο Novkovic είχε δουλέψει πριν την ταινία με τους μεταλλωρύχους της περιοχής και κατέγραψε τις προσπάθειές τους να ανεβάσουν θεατρικά την Όπερα της Πεντάρας του Μπρεχτ. Το Μπορ αποτελεί εξαίρετη επιλογή γιατί πεθαίνει, όπως πεθαίνει και η υπόλοιπη χώρα. Ο χρόνος είναι παγωμένος στην τελευταία περίοδο ακμής και ευημερίας, κάπου στη δεκαετία του 80, κάτι που φαίνεται στα κτήρια και στην αισθητική που αποπνέει η πόλη. Οι μεταλλωρύχοι είναι το τελευταίο ζωντανό κομμάτι της, πριν μετατραπεί σε μια πόλη φάντασμα. Άλλωστε οι ίδιοι είναι παρόντες σε κάθε εξωτερικό πλάνο αποτελώντας τον καμβά πάνω στον οποίο κινούνται οι ήρωες, συνδέοντας έτσι το εργατικό παρελθόν με το σαθρό παρόν.

Η μελαγχολία που αποπνέουν οι σύγχρονοι Σέρβοι σκηνοθέτες είναι ένα χαρακτηριστικό της ηττοπάθειας που ακόμα δεν έχει φύγει από τη συνείδησή τους και παρά τα ψήγματα αισιοδοξίας, οι ταινίες τους παραμένουν ακόμα ζοφερές. Η ενδοσκόπηση και οι αναλύσεις για το τι φταίει δεν έχουν τελειώσει ακόμα, υπάρχει μια αίσθηση ανάκαμψης αλλά είναι μετριασμένη. Αυτό όμως κάνει τις ταινίες τους τόσο φυσικές, γιατί την απαισιοδοξία τους δεν την εκφράζουν με εύκολα μελοδράματα και κορώνες υπερβολής, αλλά την μετατρέπουν σε εσωτερική πάλη. Ο Oleg Novkovic παραμένει πιστός στα αρχέτυπα της δραματουργίας, παρουσιάζει τους χαρακτήρες του με φυσικότητα και χρησιμοποιώντας παραδοσιακές τεχνικές καταφέρνει να προκαλέσει αίσθηση και συγκίνηση.

8/10

English Version

Advertisements

Free Comments!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s